αναγορεύω


αναγορεύω
αναγορεύω, αναγόρευσα βλ. πίν. 19

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναγορεύω — proclaim publicly pres subj act 1st sg ἀναγορεύω proclaim publicly pres ind act 1st sg ἀναγορεύω proclaim publicly pres subj act 1st sg ἀναγορεύω proclaim publicly pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναγορεύω — (Α ἀναγορεύω) απονέμω αξίωμα ή τίτλο δημόσια, ανακηρύσσω νεοελλ. 1. κάνω μνεία, μνημονεύω, αναφέρω 2. (ενεργ. και μέσ.) υπενθυμίζω 3. διαβάλλω, κακολογώ, συκοφαντώ αρχ. δίνω προσωνυμία σε κάποιον, χαρακτηρίζω, αποκαλώ. [ΕΤΥΜΟΛ. ἀν(α) * + ἀγορεύω …   Dictionary of Greek

  • αναγορεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος, ανακηρύσσω δημόσια: Χθες ο Β αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναγορεύσουσι — ἀναγορεύω proclaim publicly aor subj act 3rd pl (epic) ἀναγορεύω proclaim publicly fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναγορεύω proclaim publicly fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱ναγορεύσουσι , ἀναγορεύω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγορεύσουσιν — ἀναγορεύω proclaim publicly aor subj act 3rd pl (epic) ἀναγορεύω proclaim publicly fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναγορεύω proclaim publicly fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱ναγορεύσουσιν , ἀναγορεύω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγορεύσομεν — ἀναγορεύω proclaim publicly aor subj act 1st pl (epic) ἀναγορεύω proclaim publicly fut ind act 1st pl ἀ̱ναγορεύσομεν , ἀναγορεύω proclaim publicly futperf ind act 1st pl (doric aeolic) ἀναγορεύω proclaim publicly aor subj act 1st pl (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγορεύῃ — ἀναγορεύω proclaim publicly pres subj mp 2nd sg ἀναγορεύω proclaim publicly pres ind mp 2nd sg ἀναγορεύω proclaim publicly pres subj act 3rd sg ἀναγορεύω proclaim publicly pres subj mp 2nd sg ἀναγορεύω proclaim publicly pres ind mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγόρευσον — ἀναγορεύω proclaim publicly aor imperat act 2nd sg ἀ̱ναγόρευσον , ἀναγορεύω proclaim publicly futperf ind act masc voc sg (doric aeolic) ἀ̱ναγόρευσον , ἀναγορεύω proclaim publicly futperf ind act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀναγορεύω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγορευθέντα — ἀναγορεύω proclaim publicly aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀναγορεύω proclaim publicly aor part pass masc acc sg ἀναγορεύω proclaim publicly aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀναγορεύω proclaim publicly aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγορευομένων — ἀναγορεύω proclaim publicly pres part mp fem gen pl ἀναγορεύω proclaim publicly pres part mp masc/neut gen pl ἀναγορεύω proclaim publicly pres part mp fem gen pl ἀναγορεύω proclaim publicly pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)